ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

Για την διατήρηση της ζωής εξίσου αναγκαία με το νερό και το οξυγόνο είναι και τα θρεπτικά συστατικά (υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες, ιχνοστοιχεία και βιταμίνες). Τα λίπη παρέχουν στον ανθρώπινο οργανισμό ενέργεια (καύσιμο), είναι δομικά συστατικά του του κυττάρου που είναι βασικό στοιχείο της ζωής.

Στον ανθρώπινο οργανισμό τα λίπη ή λιπίδια κατά το σωστότερο, εισέρχονται δια της τροφής αλλά βιοσυντίθενται στο συκώτι. Τα λιπίδια (χοληστερόλη και τριγλυκερίδια) για να μεταφερθούν στο περιβάλλον του οργανισμού μας από και προς το συκώτι χρησιμοποιούν οχήματα μεταφορικά που ονομάζονται λιποπρωτεΐνες. Κύριο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λιποπρωτεΐνες (1) LDL που κύριος ρόλος της είναι η μεταφορά χοληστερόλης από το ήπαρ προς τους ιστούς και άρα τις αρτηρίες όπου όταν είναι σε περίσσεια δημιουργούν αθηρώματα –δηλαδή πλάκες που στενεύουν και φράσουν τον αυλό τους- εξ’ ού και ο όρος «κακή χοληστερίνη».

(2) HDL που εκτελεί την αντίστροφη διαδρομή από τις αρτηρίες προς το συκώτι. Τα HDL σωματίδια έχουν την ικανότητα να παίρνουν τη χοληστερόλη από τα τοιχώματα των αγγείων και να τη μεταφέρουν στο ήπαρ, έτσι ώστε να απομακρυνθεί από τον οργανισμό. Οι HDL αποτελούν δηλαδή το μηχανισμό άμυνας του οργανισμού για τον περιορισμό της διαδικασίας φθοράς των αγγείων–εξ’ ού και ο όρος «καλή χοληστερίνη».

Η Δυσλιπιδαιμία διακρίνεται σε πρωτοπαθή όταν είναι γονιδιακής (κληρονομικής) αιτιολογίας και σε δευτεροπαθή όταν οφείλεται σε άλλες παθολογικές καταστάσεις ή σε λάθος διατροφή. Επίσης, χαρακτηρίζεται ως υπερχοληστερολαιμία (αύξηση της χοληστερόλης), υπερτριγλυκεριδαιμία (αύξηση των τριγλυκεριδίων) και μικτή δυσλιπιδαιμία (αύξηση χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων).

Οι πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες είναι σπανιότερες από τις δευτεροπαθείς και ευθύνονται σε σημαντικό βαθμό για την εμφάνιση ισχαιμικών καρδιαγγειακών νοσημάτων σε μικρότερες ηλικίες (3η και 4η δεκαετία της ζωής).

Οι δευτεροπαθείς δυσλιπιδαιμίες αντιστοιχούν στο 3-5% του γενικού πληθυσμού και σχετίζονται με κακές υγειονοδιαιτητικές συνθήκες καθώς και με άλλα συνοδά νοσήματα όπως παχυσαρκία, σακχαρώδης διαβήτης, υποθυρεοειδισμός, νεφρωσικό σύνδρομο, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, , κατάχρηση οινοπνεύματος, ή φάρμακα (πχ. Διουρητικά, αναβολικά, κορτικοεϊδή, β-αποκλειστές, αντιρετροϊκά, ιντερφερόνη, ρετινοειδή, οιστρογόνα, ταμοξιφαίνη).

Τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για την επικινδυνότητα των λιπιδίων, τα οποία όχι μόνο δεν είναι επιβλαβή αλλά είναι και απαραίτητα, αρκεί να βρίσκονται σε υγιή επίπεδα. Για παράδειγμα, από τους κυριότερους ρόλους της χοληστερόλης είναι η διαμόρφωση και η διατήρηση των κυτταρικών μεμβρανών και δομών. Βοηθά τα κύτταρα να προσαρμοστούν στις αλλαγές της θερμοκρασίας, είναι δομικό συστατικό αρκετών ορμονών, μεταξύ αυτών της κορτιζόλης, της τεστοστερόνης και των οιστρογόνων, βοηθά στην παραγωγή της βιταμίνης D, χολικών οξέων, τα οποία βοηθούν στην πέψη των λιπών, και στον μεταβολισμό των λιποδιαλυτών βιταμινών. Παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στον εγκέφαλο, ο οποίος περιέχει περίπου το 25% της χοληστερόλης στο σώμα. Είναι ζωτικής σημασίας για τον σχηματισμό συνάψεων, δηλαδή τις συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων που επιτρέπουν τη σκέψη, τη μάθηση ακόμα και τον σχηματισμό αναμνήσεων.

Η χοληστερόλη όμως έχει δαιμονοποιηθεί, λόγω ελλιπών γνώσεων και θεωρείται ότι η αύξηση της οφειλεται ΜΟΝΟ σε διατροφικούς λόγους, οπότε επικράτησε η αντίληψη ότι πρέπει να αποφεύγονται τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε χοληστερίνη. Ακόμα και σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι οι έχοντες υψηλή χοληστερίνη δεν επιτρέπεται να τρώνε ορισμένες από τις πιο υγιεινές τροφές, όπως τα αυγά.

Είναι καιρός να τεθούν τα ζητήματα σε νέα επιστημονική βάση και να απομυθοποιηθούν ευρέως διαδεδομένες λανθασμένες πεποιθήσεις από τη στιγμή που τα δύο τρίτα της χοληστερόλης του οργανισμού παράγονται από το ήπαρ. Κυρίως, γενετικοί και κληρονομικοί είναι οι λόγοι που παρουσιάζεται η δυσλιπιδαιμία. Όπως π.χ. στην οικογενή υπερχοληστερολαιμία, η αλλαγή της διατροφής και ένταξη της άσκησης στο καθημερινό πρόγραμμα δεν την βελτιώνει. Η διαιτητική χοληστερόλη δεν είναι τόσο επικίνδυνη όσο πίστευαν κάποτε, διότι μικρές ποσότητες χοληστερόλης που προέρχονται από τα τρόφιμα καταλήγουν ως χοληστερόλη στο αίμα και όταν η πρόσληψη αυξάνεται υπερβολικά, το ήπαρ προσαρμόζόμενο μειώνει την ενδογενή παραγωγή του. Η ισορροπημένη διατροφή και η συστηματική αποφυγή κορεσμένων και τρανς λιπαρών εξασφαλίζει στην πλειοψηφία των ανθρώπων φυσιολογικά επίπεδα χοληστερόλης.

Οι υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων μέσω διατροφής διαταρράσουν την ισορροπία του μεταβολισμού σε υπερθερμιδικές δίαιτες. Οι θερμίδες που περισσεύουν μετατρέπονται από τον οργανισμό σε τριγλυκερίδια, τα οποία οδηγούν σε αθηροσκλήρυνση, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων. Στον αντίποδα, «οι χαμηλές τιμές της καλής χοληστερόλης HDL έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου. Μελέτες έχουν αποδείξει ότι υπάρχει εντονότερος κίνδυνος καρδιακής νόσου και εγκεφαλικού επεισοδίου στα άτομα με χαμηλά επίπεδα της HDL παρά στα άτομα με υψηλά επίπεδα της LDL. Η καλή χοληστερόλη βοηθά στην αποβολή της ανεπιθύμητης χοληστερόλης, δρα ως αντιοξειδωτικό που αποτρέπει την επιβλαβή οξείδωση της LDL, και ως αντιφλεγμονώδες μέσο, ενώ έχει και αντιθρομβωτικές ιδιότητες. Η χαμηλή HDL χοληστερόλη που δεν συνοδεύεται από υψηλή LDL χοληστερόλη αντιμετωπίζεται κυρίως με αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες και με άσκηση. Φαρμακευτική αγωγή δίδεται όταν συνυπάρχουν άλλες ασθένειες ή προδιαθεσιακοί παράγοντες καρδιαγγειακών νόσων. Όταν η υγιεινοδιαιτητική αγωγή δεν επαρκεί για τη εξισορρόπηση των λιπιδίων στον οργανισμό, αυτή επιτυγχάνεται με φάρμακα, κυρίως με στατίνες.

Η υιοθέτηση της μεσογειακής διατροφής αποδεδειγμένα αποτελεί διατροφικό εργαλείο για την πρόληψη πολλών ασθενειών ενώ συνδέεται με θρεπτική πληρότητα.

Σχετικά άρθρα